Τα χρυσά παιδιά ανοίγουν το άλμπουμ της ζωής τους

Ο ένας είναι ο αρχηγός και ο άλλος ο μικρότερος παίκτης της Εθνικής Εφήβων η οποία στον τελικό του Eurobasket U18 χάρισε στη χώρα μας το χρυσό μετάλλιο στέλνοντάς τη στην κορυφή της Ευρώπης. Ως MVP της διοργάνωσης ο πρώτος, ο «97άρης» Βασίλης Χαραλαμπόπουλος θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Ο δεύτερος, ο «98άρης» Μιχάλης Λούντζης, έδωσε τα πρώτα διαπιστευτήρια και αναμένεται να είναι αυτός που θα οδηγήσει, ως αρχηγός και φυσικός ηγέτης, την επόμενη εθνική ομάδα των εφήβων του χρόνου.

Και οι δύο ανοίγουν στο «ΘΕΜΑ» το άλμπουμ της ζωής τους, που με χρυσά γράμματα έγραφε από τότε σχεδόν που θυμούνται τον εαυτό τους μία μόνο λέξη: «μπάσκετ».

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος: Ο «μπούλης» που έγινε ο «κύκνος» της Εθνικής

Είναι καλοκαίρι, εκεί στο 2007, στην Αίγινα. Ενα τσούρμο ανέμελων δεκάχρονων πιτσιρικάδων αναστατώνει το νησί, πότε με τις ξέφρενες ποδηλατικές κούρσες στα στενά δρομάκια και πότε με θορυβώδεις βουτιές στη θάλασσα του Αργοσαρωνικού. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένας πιτσιρικάς: είναι ο πιο ψηλός, ο πιο γρήγορος, ο πιο «ξένος», καθώς τα ανοιχτά του χρώματα παραπέμπουν περισσότερο σε Σουηδό τουρίστα παρά σε Ελληνα παραθεριστή. Είναι το τελευταίο του καλοκαίρι με την… παλιοπαρέα. Σε λίγο, το αγόρι με τα ξανθά μαλλιά και το μεγάλο ανάστημα θα ξεκινήσει το μακρύ και δύσκολο, γεμάτο θυσίες ταξίδι προς τη δόξα και την αναγνώριση.  

Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος είχε δείξει από νωρίς ότι ανήκει στον χώρο του  μπάσκετ. 

Με τον αγαπημένο του θείο Γιάννη και την αδελφή του

Ο χαρισματικός νεαρός έδωσε τα πρώτα δείγματα του ταλέντου του στο Αιγάλεω: «Εδώ μεγάλωσα, σ’ αυτή τη γειτονιά. Εδώ είναι οι φίλοι μου, εδώ οι αναμνήσεις μου, εδώ θα είναι και το μέλλον μου όσο ψηλά κι αν ανέβω», λέει στα δύο πρώτα λεπτά της κουβέντας μας ο ηγέτης της Εθνικής Εφήβων.

Ο Βασίλης γεννιέται τον Ιανουάριο του 1997, σε μια περίοδο μάλλον φτωχή μπασκετικά για τη χώρα: η γενιά των Γκάλη και Γιαννάκη έχει αποχωρήσει, ενώ η επόμενη των Διαμαντίδη και Σπανούλη δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Οι γονείς του, ο αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού Νίκος και η Κατερίνα, δεν έχουν την παραμικρή υποψία για όσα τους επιφυλάσσει το μέλλον με την έλευση του Βασίλη, ο οποίος αποκτά, τρία χρόνια αργότερα, μία αδελφή, τη Μιρέλα. 

Με κοινή απόφαση πατέρα και μάνας, τα δύο παιδιά βρίσκονται από μικρά στον αθλητισμό. 

«Ημουν ένα ντροπαλό, αναποφάσιστο και φοβιτσιάρικο παιδί που ήθελε να έχει πάντα δίπλα του κάποιον μεγάλο», λέει τώρα χαμογελώντας ο Βασίλης και συνεχίζει: «Πολύ μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης, λίγο αργότερα ιατροδικαστής και στη συνέχεια μπασκετμπολίστας. Η εισαγωγή μου στον κόσμο του αθλητισμού θα έλεγα ότι έδιωξε από μέσα μου κάθε ίχνος φόβου και συστολής και με μεταμόρφωσε σε ένα κοινωνικό και ανεξάρτητο παιδί. Μόλις έκλεισα τα πέντε μου χρόνια, ο πατέρας μου με έγραψε σε μπάσκετ, ποδόσφαιρο, τάε κβον ντο και κολύμβηση. Ηθελε τα παιδιά του να έχουν σχέση με τον αθλητισμό (η αδελφή του Βασίλη, που αποτελεί και τη μεγάλη αδυναμία της ζωής του, παίζει βόλεϊ στην ομάδα του Αιγάλεω) και να γυμνάζονται». Παρότι ο ελεύθερος χρόνος του μικρού Βασίλη είναι ελάχιστος, εκείνος όχι μόνο δεν παραπονιέται αλλά καταφέρνει να ξεχωρίσει ως ένας από τους καλύτερους μαθητές της τάξης του: «Εχει πλάκα πόσο αλλάζουμε μεγαλώνοντας. Στο δημοτικό ήμουν ο “μπούλης” της τάξης και μου πήρε αρκετά χρόνια ώστε να αλλάξω τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά». 

Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος με τη μεγαλύτερη αδυναμία της ζωής του, την αδελφή του Μιρέλα

Γρήγορα αφήνει όλα τα άλλα αθλήματα και αφοσιώνεται στο μπάσκετ. Η πορεία του είναι εντυπωσιακή. Συναγωνίζεται από τα 10 του με παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, γίνεται διαρκώς όλο και πιο δυνατός και τεχνικά άρτιος στα 14 του χρόνια μπαίνει στο αντρικό τμήμα της ομάδας και σε λιγότερο από δύο χρόνια αργότερα κάνει το μεγάλο άλμα, παίρνοντας μεταγραφή στον Παναθηναϊκό. Πολύ γρήγορα καταφέρνει να δικαιώσει όσους τον θεωρούν το νέο μεγάλο αστέρι του ελληνικού μπάσκετ.

Είναι ο φυσικός ηγέτης της ομάδας εφήβων των πρασίνων, που πριν από τρεις μήνες κατέκτησε το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, κερδίζει λεπτά συμμετοχής με την ανδρική ομάδα στην Ευρωλίγκα και καλείται από τη FIBA σε διεθνή camp ως ο καλύτερος Ελληνας παίκτης της σειράς του.

Η πίεση στον αγώνα δεν τον τρομάζει, η πρόκληση για το κάτι παραπάνω δεν τον αποθαρρύνει, όμως η αναγνωρισιμότητα δεν τον κάνει να νιώθει άνετα, καθώς παραμένει σεμνός: «Είναι κουραστικό να πρέπει να μιλάς συνέχεια για τον εαυτό σου, κι εμένα προσωπικά οι έννοιες της διασημότητας και της δημοσιότητας με αφήνουν παντελώς αδιάφορο. Αν μου πεις για παράδειγμα να επιλέξω διακοπές ανάμεσα σε Αίγινα και Μύκονο, θα επιλέξω χωρίς δεύτερη σκέψη την Αίγινα. Δεν έχω πάει ποτέ στη Μύκονο ούτε και με ενδιαφέρει να πάω».

Μιχάλης Λούντζης: Το «μανιαούρι» και οι χαμένες φιλίες

Μόλις τέλειωσε, νικηφόρα για την ελληνική ομάδα, ο μεγάλος ευρωπαϊκός τελικός μπάσκετ εφήβων της περασμένης Κυριακής, ένας ψηλόλιγνος νεαρός φεύγει από τη μία άκρη του γηπέδου και πάει φουριόζος διαγώνια απέναντι. Εκεί πέφτει στην αγκαλιά των δύο γονιών του, που πανηγυρίζουν εκστασιασμένοι μαζί με όλους τους Ελληνες φιλάθλους τον ιστορικό άθλο. Με τον τρόπο αυτό ο 17χρονος Μιχάλης Λούντζης, ο βενιαμίν της ομάδας, αναγνωρίζει τη συμβολή που είχαν ο πατέρας του Γιάννης και η μητέρα του Κατερίνα στην εκπληκτική πορεία του.

Από τα παιδικά του χρόνια ο Μιχάλης ονειρευόταν να κάνει καριέρα στο μπάσκετ

Ο Μιχάλης είναι ο ένας εκ των δύο 98άρηδων της ομάδας, η οποία έχει ραχοκοκαλιά τους γεννηθέντες τους 1997 – ο άλλος είναι ο Βασίλης Χρηστίδης από τον Μαντουλίδη της Θεσσαλονίκης.

Λίγο πριν κλείσει τα 17 του -γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου 1998- ο Μιχάλης θεωρείται ήδη έτοιμος παίκτης και αναμένεται ότι του χρόνου θα οδηγήσει την επόμενη εθνική εφήβων σε νέες επιτυχίες. Ο ύψους 195 εκατοστών γκαρντ δικαιώνει περίτρανα την παροιμία «το μήλο θα πέσει κάτω από τη μηλιά».

Ο πατέρας του Γιάννης, απόφοιτος της σχολής Χημικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου, έχει αγωνιστεί για χρόνια στην ομάδα μπάσκετ των Τραχώνων στον Αλιμο, ενώ η μητέρα του, Κατερίνα, ήταν μπασκετμπολίστρια στην ομάδα του Πρωτέα Βούλας – πανύψηλοι και οι δύο.

Με την αδελφή του, Διονυσία, τους ενώνει το ίδιο πάθος για τον αθλητισμό

Αφιερώνουν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους στα δύο παιδιά τους, αφού εκτός από τον Μιχάλη έχουν και την κατά τρία χρόνια μικρότερή του Διονυσία. Ο Γιάννης ασχολείται με το ιδιόκτητο ξυλουργικό εργαστήριο ενώ η Κατερίνα μένει στο σπίτι όταν τα παιδιά είναι μικρά και αργότερα πιάνει δουλειά στον Δήμο Αγίου Δημητρίου.

Ο Μιχάλης θυμάται τα παιδικά του χρόνια στον Αγιο Δημήτριο ως κάτι μαγικό και τον εαυτό του σαν έναν μικρό μάγο που ήθελε να ανακαλύψει και να κατακτήσει όλα τα μυστήρια της ζωής: «Ως παιδί είχα αστείρευτη ενέργεια και ήμουν πολύ ζωηρός. Οπως έλεγαν οι μεγάλοι, ήμουν μανιαούρι. Ολη την ώρα έτρεχα από δω κι από κει χωρίς να μπορώ να καθίσω ούτε λεπτό σε ένα σημείο. Δεν ήμουν και το ευκολότερο παιδί, αλλά οι γονείς μου μού συγχωρούσαν αυτή την υπερενέργεια γιατί υπήρξα αρκετά καλός μαθητής», λέει γελώντας και συνεχίζει: «Θυμάμαι ότι δεν ήθελα να ψηλώσω άλλο, οι συμμαθητές μου με φώναζαν «ψηλολέλεκα» και πάντα ήθελα να ασχοληθώ με τον αθλητισμό. Ετσι, στη Β’ Δημοτικού ο πατέρας μου με έγραψε στο ποδόσφαιρο στους Τράχωνες κι εγώ ήμουν πανευτυχής καθώς μπορούσα να τρέχω δίχως όριο και δίχως σταματημό». Στην Α’ Γυμνασίου ζητάει από τους γονείς του να τον γράψουν και στο μπάσκετ. Εκείνοι είναι αρχικά αρνητικοί, λόγω της διπλής κούρασης, αλλά τελικά θα νικήσει η επιμονή του μικρού: «Κάπως έτσι γράφτηκα στον Κρόνο Αγίου Δημητρίου κι έναν χρόνο αργότερα αποφάσισα να παρατήσω το ποδόσφαιρο, στο οποίο ήμουν αρκετά καλός, και να επικεντρωθώ αποκλειστικά στο μπάσκετ». Στην ομάδα του Κρόνου ο προπονητής Κώστας Ρέπας διακρίνει στον πιτσιρικά Μιχάλη ένα σπάνιο ταλέντο και του δίνει τη θέση του pla­ymaker. Το ταλέντο του ξεδιπλώνεται ακόμη περισσότερο σε διάφορους αγώνες με κλιμάκια της Εθνικής, κάτι που γίνεται αντιληπτό από τον προπονητή μπάσκετ Τάσο Κανταρτζή, τον άνθρωπο που ο Μιχάλης Λούντζης θεωρεί σήμερα κάτι περισσότερο από οικογένειά του. Λίγο αργότερα, το 2014, έρχεται και η μεταγραφή στον Παναθηναϊκό: «Αγαπώ τόσο πολύ αυτό που κάνω που δεν θεωρώ ότι έχω θυσιάσει κάτι από την ανεμελιά και την ελευθερία που ενέχει η ηλικία μου. Εχω χάσει διακοπές, ξενύχτια με φίλους, ώρες ύπνου και στιγμές κραιπάλης, αλλά αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στη χαρά που μου προσφέρει το μπάσκετ. Το “καλάθι” με βοήθησε ακόμη και να διακρίνω ποιοι φίλοι ήταν αληθινοί και ποιοι όχι, από την άποψη ότι οι “απουσίες” μου από τις παρέες δεν αντιμετωπίστηκαν από όλους με τον ίδιο τρόπο. Οσους με διέγραψαν λόγω «απουσιών», τους διέγραψα κι εγώ». 



Πηγή: protothema.gr