“Αντίο” Πανόπουλου σε Μαγνησιακό μετά από 15 χρόνια

Όλα τα καλά κάποτε τελειώνουν. Έτσι και η παρουσία του Βασίλη Πανόπουλου στον πάγκο του Μαγνησιακού Βόλου ολοκληρώθηκε, έπειτα από 15 χρόνια παρουσίας. Ο μέχρι πρότινος «ισόβιος» προπονητής των «κυανόλευκων», θυμήθηκε τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της θητείας του.


Τα συναισθήματά του ανάμικτα. Άλλωστε, δεν έχουν περάσει παρά ελάχιστα 24ωρα, από την ημέρα που γράφτηκε ο επίλογος. Έβγαλε το κινητό τηλέφωνό του δείχνοντας το μήνυμα του παλιού συμπαίκτη του στον Ολυμπιακό Βόλου, του σπουδαίου Ίμρε Μπόντα. Ο Ούγγρος του έγραψε την περασμένη Πέμπτη, ακριβώς μία ημέρα μετά την ανακοίνωση της αποχώρησής του: «Καλημέρα. Αν κατάλαβα καλά, ο Βασίλης δεν είναι πια προπονητής στον Μαγνησιακό. Για εμένα, Μαγνησιακός = Βασίλης Πανόπουλος. Να είσαι πάντα καλά». Ο 50χρονος Θεσσαλονικιός δεν έκρυψε τη συγκίνησή του: «Του απάντησα στα ουγγρικά πως τον αγαπώ πολύ. Πολύς κόσμος με πήρε, μόλις το έμαθε».

Τη σεζόν 2002/03 ο Μαγνησιακός στέφθηκε πρωταθλητής στην Α’ ερασιτεχνική κατηγορία. Εκείνη τη χρονιά, έπαιξε για λίγο διάστημα με τη φανέλα του Μαγνησιακού, έπειτα από πολυετή επαγγελματική καριέρα. «Το 2002 σταμάτησα από τη Νίκη Βόλου. Εποχή Λάζου τότε. Με έπεισε ο Νίκος Τσεκούρας, ο οποίος ήταν προπονητής και έπαιξα τρία ματς όλα κι όλα. Αμέσως κατάλαβα ότι δεν είχα μέλλον στο τοπικό και κρέμασα τα παπούτσια», θυμήθηκε ο Μακεδόνας προπονητής.

Το καλοκαίρι του 2003, κατόπιν πρότασης του Γιάννη Ψαχούλα, βρέθηκε στον πάγκο του Μαγνησιακού, κοουτσάροντας την ομάδα στον 4ο όμιλο της Δ’ Εθνικής. Αποχώρησε λίγο πριν το φινάλε του πρωταθλήματος κι αφού στο ξεκίνημα της σεζόν 2004/05 βρέθηκε για ένα δίμηνο περίπου στον Αετό Κερασιάς, ξαναγύρισε στον Μαγνησιακό, όπου έμελλε να «ριζώσει» για πολλά χρόνια. «Όταν πρωτοκάθισα στον πάγκο του Μαγνησιακού, ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα έμενα τόσα χρόνια στην ομάδα», εξομολογήθηκε, για να συμπληρώσει: «Με γέμιζε η δουλειά μου. Πέρασα αμέτρητες ώρες στο γήπεδο. Δεν μετανιώνω για τίποτε, αφού ένιωθα πως ποτέ δεν πήγαινε χαμένος ο χρόνος μου εκεί».

Το 2007 τιμήθηκε με το έπαθλο Fair Play, τόσο από την ΕΠΟ, όσο και από τον ΠΣΑΤ στην τελετή των «Αθλητικών Βραβείων» εκείνης της χρονιάς. Ο 50χρονος τεχνικός γύρισε τον χρόνο πίσω, λέγοντας: «Αγωνιζόμασταν με τον Γυμναστικό Σύλλογο Αλμυρού. Στο φινάλε έγινε μία φάση, στην οποία δεν τηρήθηκε το «ευ αγωνίζεσθαι» από εμάς, ενώ ο διαιτητής έδειξε κόκκινη κάρτα στον αντίπαλο και πέναλτι υπέρ μας. Έδωσα εντολή στον Νίκο Κίτσιο, που φορούσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού, να αστοχήσει επίτηδες και προς τιμήν του έστειλε την μπάλα άουτ. Έληξε ισόπαλο 3-3 εκείνο το ματς. Τέλειωσε ο αγώνας και ενημέρωσα τον Ψαχούλα. Μου απάντησε: «Καλά έκανες. Ήταν το σωστό. Κι εγώ μαζί σου». Κάποια στιγμή, στην τελετή βράβευσης του ΠΣΑΤ, που έγινε στο ΣΕΦ, με πλησίασε ο Παναγιώτης Φασούλας και με ρώτησε: «Την επόμενη ημέρα απολύθηκες;». Μόλις του απάντησα «όχι», ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος ήταν πρόεδρος, λέγοντας πως με τέτοιους παράγοντες θα ερχόταν στον Βόλο δίχως δεύτερη σκέψη».

Μνημόνευσε αρκετές φορές τον Γιάννη Ψαχούλα, λέγοντας: «Όλα αυτά τα χρόνια γνώρισα πολλούς αξιόλογους ανθρώπους. Ένας εξ αυτών ήταν ο Γιάννης. Κύριος με όλη τη σημασία της λέξης. Με εκείνον στην προεδρία πέρασα μία 10ετία πολύ καλή στην ομάδα και αναδείξαμε πολλούς παίκτες, οι οποίοι αργότερα έπαιξαν επαγγελματικά».

Μένοντας σχεδόν μία… ζωή στους «κυανόλευκους», είχε υπό τις οδηγίες του μέχρι και τον 25χρονο γιο του, Κωνσταντίνο: «Πέρυσι τον είχα στην ομάδα. Βρεθήκαμε όμως και αντίπαλοι στη Β’ κατηγορία. Τώρα παίζει πάλι στην Αγία Άννα. Όταν παίζεις, δεν κοιτάς αν είναι ο γιος σου. Σε ενδιαφέρει μόνο η νίκη. Είναι ιδιαίτερο το πριν και το μετά».

Και με δεδομένο ότι στον Μαγνησιακό βίωσε μία σχέση… λατρείας, ήταν αναπόφευκτο το ότι έκλαψε κάποτε. «Έχει συμβεί κι αυτό. Μία φορά έκανα παρατήρηση σε κάποιον ποδοσφαιριστή. Προσβλήθηκε, αλλά όταν βρεθήκαμε τετ-α-τετ και δόθηκαν εξηγήσεις, κλαίγαμε και οι δύο. Γι’ αυτό οι προπονητές πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, σε όλους όσοι έχουμε απέναντί μας, ειδικά στα νέα παιδιά», κατέληξε με νόημα.

Πηγή: εφημερίδα “Θεσσαλία”